To see the desired glossary, please select the language and then the field of expertise.

    Home
    • Greek
      • Search
        • Term
          • κοινωνική αποστασιοποίηση
        • Additional fields of expertise
        • Definition(s)
          • (αυτο)απομόνωση για τη μείωση των σωματικών επαφών με άλλους και με τυχόν μολυσμένα από ιούς αντικείμενα ή επιφάνειες· αποφυγή συγχρωτισμού Own research - by Nick Lingris
        • Example sentence(s)
          • Τι είναι η κοινωνική αποστασιοποίηση; Με πολύ απλά λόγια, η βασική ιδέα είναι να κρατά κανείς απόσταση μεταξύ του ίδιου και των άλλων ανθρώπων -στην περίπτωση της πανδημίας του κορονοϊού, τουλάχιστον 2 μέτρα. Αυτό επίσης μεταφράζεται και στην ανάγκη περιορισμού της σωματικής επαφής με άλλους ανθρώπους. Αποφεύγουμε τις μετακινήσεις, όσο αυτό είναι δυνατό, περιορίζουμε τα ταξίδια, εργαζόμαστε από το σπίτι και δεν πηγαίνουμε σε κοινωνικές εκδηλώσεις. - iefimerida.gr by Nick Lingris
          • «Για να νικήσουμε τον κορωνοϊό απαιτείται σωματική αποστασιοποίηση, όχι κοινωνική. Την κοινωνικότητά μας δεν πρέπει να τη χάσουμε. (Β. Κικίλιας, υπουργός Υγείας) - Καθημερινή by Nick Lingris
          • Τα παγκόσμια γεγονότα προσθέτουν νέους όρους στο λεξιλόγιό μας. Αυτή τη φορά είναι η «κοινωνική αποστασιοποίηση» - η προσπάθεια δηλαδή να μείνουν υγιείς οι άνθρωποι κρατώντας αποστάσεις μεταξύ τους. - amna.gr by Nick Lingris
        • Related KudoZ question
    Compare [close]
    • Malay
      • Search
        • Term
          • penjarakan sosial
        • Additional fields of expertise
        • Definition(s)
          • Amalan memelihara jarak fizikal atau hubungan langsung dengan orang atau objek di tempat awam semasa wabak sesuatu penyakit berjangkit untuk meminimumkan pendedahan dan mengurangkan penularan jangkitan. prpm - by Muhammad Razin Ong Abdullah
        • Example sentence(s)
          • Penjarakan sosial (Mal., Sin.) atau pembatasan sosial (Ind., Sin.; Bahasa Inggeris: social distancing) ialah seaturan tindakan kawalan jangkitan tidak melibatkan sebarang rawatan perubatan yang bertujuan untuk menghentikan atau memperlahankan penyebaran suatu penyakit berjangkit. Objektif penjarakan sosial adalah untuk mengurangkan kebarangkalian bersentuh antara orang membawa suatu jangkitan, dan mereka lain yang tidak terjangkit, agar untuk mengurangkan penularan penyakit, morbiditi dan akhirnya, kematian.[5][6] - wikipedia by Muhammad Razin Ong Abdullah
        • Related KudoZ question
  • Compare this term in: Serbian, Serbian, Albanian, Albanian, Arabic, Arabic, Bulgarian, Bulgarian, German, German, Dutch, Dutch, Greek, English, Spanish, Spanish, Persian (Farsi), Persian (Farsi), French, French, Hungarian, Hungarian, Indonesian, Italian, Italian, Korean, Korean, Latvian, Polish, Polish, Portuguese, Portuguese, Romanian, Romanian, Russian, Russian, Slovenian, Slovenian, Turkish, Turkish, Ukrainian, Ukrainian

The glossary compiled from Glossary-building KudoZ is made available openly under the Creative Commons "By" license (v3.0). By submitting this form, you agree to make your contribution available to others under the terms of that license.

Creative Commons License